Οι σελίδες των μαθητών
Home Up Οι δάσκαλοι Οι σελίδες των μαθητών Oι γονείς

 

Α' τάξη: Δασκάλα Κα Ελένη Αλεξίου

 Ζωγραφίζω το πορτρέτο μου...

Αμίλντα Αντρέας Αντζελίνο Χάρης Δημήτρης
Ελίνα Φανή Γιώργος Μητράκης Γιώργος Ηλιού Ιάσονας
Κωνσταντίνος Κώστας Μαλβίνα Μελίσσα Νικήτας
Νίκος Σάββας Βαγγελίτσα ???  

 

Β' τάξη: Δασκάλα Κα Γεωργία Μπάκα

Οι δώδεκα μήνες...

Mια φορά και έναν καιρό ήταν δώδεκα αδέρφια που  ζούσαν φτωχικά σε μια καλύβα. Μια μέρα 38 γεράκια έπεσαν με ορμή πάνω στην φτωχική καλύβα και τη διέλυσαν. Τα παιδιά στενοχωρήθηκαν πολύ που χάλασε το σπίτι  τους. Έκανε κρύο και έπρεπε κάπου να μείνουν. Άρχισαν να ψάχνουν για ένα ζεστό μέρος. Προχωρώντας είδαν μια σπηλιά. Έξω από τη σπηλιά υπήρχε μια ανθισμένη αμυγδαλιά. Ο αέρας με το φύσημά του είχε πάρει τα άνθη της και είχε στρώσει με αυτά τη σπηλιά. Τα παιδιά αποφάσισαν να περάσουν τη  νύχτα εκεί. Μάζεψαν μερικά ξύλα και άναψαν φωτιά για να ζεσταθούν. Κουρασμένα καθώς ήταν  ξάπλωσαν επάνω στα άνθη της αμυγδαλιάς και κοιμήθηκαν.

Όταν ξημέρωσε πήγαν για κυνήγι. Βρήκαν ένα μικρό ελάφι, το έφεραν στη σπηλιά, το ψήσανε και φάγανε. Ξαφνικά έξω από τη σπηλιά ήρθε ένας λύκος πολύ αγριεμένος. Τα παιδιά σκέφτηκαν πως εκεί μπορεί να ήταν το σπίτι του και αποφάσισαν να φύγουν. Προχώρησαν, προχώρησαν κι έφτασαν σε ένα δάσος. Ξαφνικά τα έξι παιδιά έπεσαν σε μια παγίδα. Τα άλλα τους αδέρφια αμέσως έτρεξαν και τους ελευθέρωσαν. Σε λίγο όμως θα βράδιαζε και έπρεπε κάπου να μείνουν. Μετά από κάμποσες ώρες δρόμο είδαν μπροστά τους ένα όμορφο σπίτι. Αποφάσισαν να χτυπήσουν την πόρτα και να ζητήσουν από τα αφεντικά να τους αφήσουν να περάσουν εκεί τη νύχτα. Η πόρτα όμως άνοιξε μόνη της και τα παιδιά μπήκαν μέσα. Βρήκαν ζεστό φαγητό στο τραπέζι και 12 κρεβάτια. Έφαγαν και κοιμήθηκαν.

 Το πρωί που ξύπνησαν βγήκαν έξω στην αυλή και κάθισαν  κάτω από ένα δέντρο. Πάνω στο δέντρο ήταν ένα πουλάκι που μιλούσε. Τους είπε να μπουν μέσα στη σπηλιά που είναι δίπλα από το σπίτι. Μόλις πέρασαν την είσοδο κατάπληκτα αντίκρισαν ένα παλάτι. Σ’ ένα θρόνο καθόταν ένας ασπρομάλλης γέροντας.

 Τους είπε πως ήταν ο πατέρας τους κι ότι λέγεται Xρόνος.

 «Έψαχνα πολλά χρόνια να σας βρω. Χαίρομαι που είστε πάλι όλοι κοντά μου. Είστε τα αγαπημένα μου παιδιά, οι δώδεκα μήνες. Θέλω να μείνετε κοντά μου και ν’ ανεβαίνετε με τη σειρά ο καθένας στο θρόνο.» Από τότε έμειναν όλοι μαζί και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

===

Εικόνα 1:  Εγώ ζωγράφισα τους δώδεκα μήνες και τον λύκο (Γιάννης)

Εικόνα 2: Εγώ ζωγράφισα τους δώδεκα μήνες που βρήκαν τη σπηλιά (Δημήτρης)

Εικόνα 3: Ένα σπίτι (Γιώργος)

Εικόνα 4: Ζωγράφισα μια παγίδα και ανθρώπους που πέσανε μέσα στην παγίδα, παιδιά, 3 δέντρα, ήλιο, ουρανό, εμάς (Άντα)

Εικόνα 5: Ο Γέρος-Χρόνος και τα παιδιά του (Στέλιος Μπζάκος)

Εικόνα 6: Ζωγράφισα το δάσος που χάθηκαν οι δώδεκα μήνες (Φίλιππος)

Εικόνα 7: Ζωγράφισα μία καλύβα (Γιώργος Μπερδέκας)

Εικόνα 8: Το δάσος (Γρήγορης Χρυσικός)

Εικόνα 9: (Στέλιος)

Εικόνα 10: Ζωγραφίζω μια σπηλιά (Μαξ)

Εικόνα 11: (Αναστάσης)

Εικόνα 12: Το σπίτι της Μαίρης

Εικόνα 13: Οι 12 μήνες και η σπηλιά με τον γέρο Χρόνο (Τζούλιο)

Εικόνα 14: (Γρηγόρης Χρυσικός)

Εικόνα 15: Οι δώδεκα μήνες έξω από τη σπηλιά (Φώτης)

Εικόνα 16: "Παιδιά, δεν ξέρω που είναι οι άλλοι" (Μαρία)

Εικόνα 17: Εγώ ζωγράφισα την αμυγδαλιά, την σπηλιά, τους μήνες (Θοδώρα)

Εικόνα 18: Είναι δύο κορίτσια στο δρόμο (Ανδρέας)